Εμπόριο
Εμπορικό ισοζύγιο, εισαγωγές-εξαγωγές και σύνθεση εξωτερικού εμπορίου του Ελληνικού Κράτους, ανά ιστορική περίοδο.
Περιγραφική Στατιστική — Εμπορικό Ισοζύγιο, 1856–1866
Γενικό & Ειδικό Εμπόριο, 1858–1866
Συμπέρασμα
Η Ελλάδα είχε σταθερό εμπορικό έλλειμμα καθ’ όλη την περίοδο 1858-1868 στο «Γενικό Εμπόριο» — οι εισαγωγές ξεπερνούσαν πάντα τις εξαγωγές (π.χ. 88,4 έναντι 54,5 εκατ. δρχ. το 1868). Στο «Ειδικό Εμπόριο», οι εξαγωγές είχαν μια απότομη προσωρινή πτώση το 1865-66 (25→11,5 εκατ. δρχ.) που αρχικά ερμηνεύσαμε ως πιθανή μόνιμη κατάρρευση — τα νεότερα στοιχεία 1867-68 όμως δείχνουν ισχυρή ανάκαμψη (11,5→48,9 εκατ. δρχ. το 1867, 40,6 εκατ. το 1868). Αυτό είναι καλό παράδειγμα του γιατί περιμένουμε περισσότερα δεδομένα πριν βγάλουμε οριστικά συμπεράσματα για τάσεις — μια «κατάρρευση» με 2 μόνο έτη στοιχείων αποδείχτηκε προσωρινή διακύμανση.
Σύνθεση Εξαγωγών, 1866
Συμπέρασμα
Η Κορινθιακή Σταφίδα κυριαρχούσε απόλυτα στις ελληνικές εξαγωγές του 1866, αντιπροσωπεύοντας το 52,1% της συνολικής αξίας (20,4 από 39,2 εκατ. δρχ.) — μία και μόνη καλλιέργεια στήριζε πάνω από τον μισό εξαγωγικό τομέα της χώρας. Ακολουθούσαν τα δέρματα (κατεργασμένα+ακατέργαστα, 9,7%), το λάδι (7,6%), ο μόλυβδος Λαυρίου (6,3%) και το βαμβάκι (5,2%). Αυτή η ακραία εξάρτηση από ένα προϊόν καθιστούσε την ελληνική οικονομία της εποχής ιδιαίτερα ευάλωτη σε διακυμάνσεις της διεθνούς τιμής της σταφίδας.
Πίνακας Εξαγωγών ανά Είδος, 1866
| Προϊόν | Αξία (δρχ.) | % Συνόλου |
|---|
Μερίδιο Κορινθιακής Σταφίδας στις Εξαγωγές, 1866–1871
Συμπέρασμα (αναθεωρημένο)
Στο προηγούμενο πέρασμα, με στοιχεία μόνο έως το 1868, είχαμε παρατηρήσει «σταδιακή διαφοροποίηση» από τη σταφίδα (52,1%→45,2%→35,4%). Με τα στοιχεία 1869-71 όμως, η τάση αντιστράφηκε: 46,6% (1869) → 49,2% (1870) → 51,1% (1871) — σχεδόν επιστροφή στο αρχικό επίπεδο του 1866. Αυτό δείχνει ότι το μερίδιο της σταφίδας ήταν ασταθές γύρω από ένα εύρος 35-52%, όχι σε σταθερή πτωτική πορεία όπως αρχικά φάνηκε από 3 μόνο έτη δεδομένων. Διορθώνουμε ανοιχτά το προηγούμενο συμπέρασμα — ακριβώς το είδος αναθεώρησης που περιμένουμε όταν προστίθενται νέα δεδομένα.
Μερίδιο Κάθε Έτους στο Σύνολο Εμπορίου 1856–1866
Συμπέρασμα
Το μερίδιο κάθε έτους στο 11ετές σύνολο (1856-1866) αυξανόταν σταθερά — από ~7,6-9,7% στα πρώτα έτη σε 18,6-18,8% το 1865-66 (Γενικό Εμπόριο) — επιβεβαιώνοντας, με άλλον τρόπο μέτρησης, την ισχυρή επιτάχυνση του εμπορίου προς το τέλος της δεκαετίας του 1860 που είχαμε ήδη παρατηρήσει στο βασικό γράφημα ισοζυγίου.
Πλήρης Αξιόπιστη Σειρά, 1855–1896 (Χρυσές Δραχμές)
Εμπορικό Ισοζύγιο, 1855–1896 (Χρυσές Δραχμές)
Συμπέρασμα
Με αξιόπιστα στοιχεία σε χρυσές δραχμές, επιβεβαιώνεται πλήρως το εύρημά μας: η Ελλάδα είχε εμπορικό έλλειμμα σε όλα τα 42 έτη από το 1855 έως το 1896, χωρίς καμία εξαίρεση. Το έλλειμμα διευρύνθηκε σταδιακά — από 13,9 εκατ. (1855) σε 43,8 εκατ. χρυσές δρχ. (1896), παρότι ο πληθυσμός επίσης αυξήθηκε σημαντικά (εδαφικές προσαρτήσεις 1881). Οι εισαγωγές ανά κάτοικο (47,8 χρυσές δρχ. το 1896) παρέμειναν σταθερά υψηλότερες από τις εξαγωγές ανά κάτοικο (29,8) — μια δομική εξάρτηση από εισαγωγές που δεν βελτιώθηκε σε όλη την περίοδο.
Περιγραφική Στατιστική — Εμπορικό Ισοζύγιο σε Χρυσές Δραχμές, 1897–1907
Εισαγωγές & Εξαγωγές (Χρυσές Δραχμές), 1897–1907
Συμπέρασμα
Η Ελλάδα είχε εμπορικό έλλειμμα σε κάθε ένα από τα 11 έτη (1897-1907), χωρίς καμία εξαίρεση — μέσο ετήσιο έλλειμμα 43,3 εκατ. χρυσές δραχμές. Το έλλειμμα κυμαινόταν σημαντικά (από 21,1 εκατ. το 1906 έως 65,0 εκατ. το 1898), χωρίς σαφή βελτιωτική τάση στη δεκαετία. Καθώς τα στοιχεία είναι σε χρυσές δραχμές, η σύγκριση αυτή είναι μεθοδολογικά ανώτερη από τις αντίστοιχες συγκρίσεις σε χάρτινες δραχμές που κάναμε για την περίοδο 1856-1871.
Σύνθεση Εισαγωγών: 1897 vs 1907
Συμπέρασμα
Η σύνθεση των εισαγωγών παρέμεινε αξιοσημείωτα σταθερή μέσα σε αυτή τη δεκαετία: Επισιτιστικά είδη ~45% (45,2%→45,1%), Κατεργασμένα είδη ~35% (35,1%→34,3%). Η μόνη αξιοσημείωτη μετατόπιση είναι η αύξηση των Πρώτων Υλών (14,6%→17,2%) εις βάρος των «Άλλων εμπορευμάτων» (5,1%→3,3%) — πιθανή ένδειξη αυξανόμενης εγχώριας μεταποιητικής δραστηριότητας που χρειαζόταν εισαγόμενες πρώτες ύλες.
Λεπτομερής Κατηγοριοποίηση Εισαγωγών-Εξαγωγών, 1907
Συμπέρασμα
Στις εξαγωγές, τα Γεωργικά προϊόντα κυριαρχούσαν με 59,1 εκατ. χρυσές δρχ. (50,3% του συνόλου), ακολουθούμενα από Ορυκτά & Μέταλλα ακατέργαστα (25,2 εκατ.). Στις εισαγωγές, ξεχωρίζουν τα Γεωργικά (47,7 εκατ.) και τα Νήματα & Υφάσματα (22,5 εκατ. — μεγαλύτερη μεμονωμένη κατηγορία υφάνσιμων υλών, συνεπές με την εξάρτηση της εγχώριας κλωστοϋφαντουργίας από εισαγόμενο νήμα που είδαμε στη θεματική Βιομηχανίας). Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει ότι η κατηγορία «Επισιτιστικά» του απλούστερου 4-κατηγοριακού σχήματος αντιστοιχεί κυρίως σε πρωτογενή γεωργικά προϊόντα, όχι μεταποιημένα τρόφιμα.
Γεωργικές Εισαγωγές-Εξαγωγές, 1913 & 1924–1929
Σύνολο Γεωργικών Εισαγωγών-Εξαγωγών (Αξία), 1924–1929
Συμπέρασμα
Τόσο οι γεωργικές εισαγωγές όσο και οι εξαγωγές αυξήθηκαν δραματικά σε ονομαστική αξία μεταξύ 1924-1929 (εισαγωγές: 2,3→3,2 δισ. δρχ.· εξαγωγές: 20,6→77,5 δισ. δρχ. — κυρίως λόγω της Σταφίδας, με εξαγωγική αξία που έφτασε τα ~877-986 εκατ. δρχ. ετησίως μόνο για τη σουλτανίνα ποικιλία). Τα μεγέθη αυτά είναι πολύ μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα της δεκαετίας 1860-1870 που είδαμε νωρίτερα — αναμενόμενο συνδυαστικό αποτέλεσμα πραγματικής αύξησης όγκου ΚΑΙ σημαντικής νομισματικής υποτίμησης, όπως έχουμε επισημάνει επανειλημμένα σε άλλες θεματικές του site.
Σύνθεση Εξαγωγών Φρούτων/Ξηρών Καρπών, 1929
Συμπέρασμα — Μια Ιστορία 63 Ετών
Η Σουλτανίνα σταφίδα μόνη της αντιπροσώπευε το 68,6% όλων των εξαγωγών φρούτων/ξηρών καρπών το 1929. Μαζί με τη Ροζακί σταφίδα (12,6%), οι σταφίδες συνολικά έφταναν το 81,2%. Θυμηθείτε το πρώτο μας εύρημα σε αυτή τη θεματική: το 1866, η Κορινθιακή Σταφίδα ήταν το 52,1% των εξαγωγών. Εξήντα τρία χρόνια αργότερα, η εξάρτηση της Ελλάδας από τη σταφίδα ως εξαγωγικό προϊόν δεν μειώθηκε — εντάθηκε. Αυτή είναι μία από τις πιο σταθερές, μακροχρόνιες αφηγήσεις σε όλο το site: μια μονοκαλλιεργητική εξαγωγική εξάρτηση που επέζησε αλλαγές κρατικού συνόρου, νομίσματος, και δύο γενεών.
Εξέλιξη Μεριδίου Σταφίδας (όλες οι ποικιλίες), 1925–1929
Συμπέρασμα
Το συνδυασμένο μερίδιο όλων των ποικιλιών σταφίδας (Μαύρη + Συλτανίνα + Ροζακί) στις εξαγωγές φρούτων παρέμεινε σταθερά πάνω από το 81-86% σε όλη την περίοδο 1925-1929, χωρίς σημάδι διαφοροποίησης — σε πλήρη αντίθεση με την ελπιδοφόρα εικόνα διαφοροποίησης που είχαμε δει παροδικά στα 1866-1868.
Δείκτης Τιμών Εμπορίου, 1914–1929
Δείκτης Τιμών Εισαγωγών & Εξαγωγών (1914=100)
Συμπέρασμα
Ο δείκτης τιμών εξαγωγών εκτινάχθηκε από 100 (1914) σε 3.024 (1929) — οι τιμές πολλαπλασιάστηκαν επί ×30. Ο δείκτης εισαγωγών έφτασε το 1.856 (1928) — ×18,6. Αυτό επιβεβαιώνει αριθμητικά κάθε προηγούμενη επιφύλαξή μας για ονομαστικές συγκρίσεις αξίας σε δραχμές στην περίοδο 1914-1929: μια αύξηση αξίας ×20 σε αυτή την περίοδο θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε μηδενική πραγματική αύξηση όγκου, αν ο δείκτης τιμών αυξήθηκε εξίσου. Οι τιμές εξαγωγών αυξήθηκαν ταχύτερα από τις τιμές εισαγωγών σε όλη την περίοδο μετά το 1921 — πιθανή ένδειξη ότι η Ελλάδα κέρδιζε σχετικά καλύτερους όρους εμπορίου (terms of trade) στα εξαγόμενα προϊόντα της.
Εμπόριο ανά Δεκαετία, 1851–1920
| Δεκαετία | Εισαγωγές/κάτοικο | Εξαγωγές/κάτοικο | Ισοζύγιο (χιλ. χρυσές δρχ) |
|---|---|---|---|
| 1851-1860 | 27,5 | 15,0 | −13.221 |
| 1861-1870 | 45,5 | 24,4 | −27.910 |
| 1871-1880 | 57,8 | 35,7 | −35.132 |
| 1881-1890 | 57,9 | 40,8 | −36.100 |
| 1891-1900 | 50,2 | 36,1 | −33.838 |
| 1901-1910 | 55,3 | 39,6 | −40.846 |
| 1911-1920 | 125,7 | 58,9 | −298.288 |
Συνολικό Συμπέρασμα Θεματικής Εμπόριο
Σε επτά συνεχόμενες δεκαετίες (1851-1920), η Ελλάδα είχε εμπορικό έλλειμμα σε κάθε μία, χωρίς καμία εξαίρεση — μία από τις πιο σταθερές δομικές διαπιστώσεις σε όλο το site. Οι εισαγωγές ανά κάτοικο υπερδιπλασιάστηκαν από 27,5 (1851-60) σε 57,9 χρυσές δρχ. (1881-90), με δραματική έκρηξη στη δεκαετία 1911-1920 (125,7) — αντανακλώντας τις εδαφικές προσαρτήσεις, τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έλλειμμα της δεκαετίας 1911-20 (−298,3 εκατ. χρυσές δρχ.) ήταν οκταπλάσιο της αμέσως προηγούμενης δεκαετίας — η πιο ακραία δεκαετική μεταβολή σε ολόκληρη τη σειρά μας.
Εισαγωγές ανά Τελωνείο/Λιμάνι, 1928
Συμπέρασμα
Ο Πειραιάς κυριαρχούσε απόλυτα ως λιμάνι εισαγωγών (6,16 εκατ. δρχ. το 1928 — σχεδόν το μισό του εθνικού συνόλου 12,41 εκατ.), αντανακλώντας τον ρόλο του ως κύριο εμπορικό λιμάνι της πρωτεύουσας. Ακολουθούσε η Θεσσαλονίκη (2,71 εκατ., 22%) και η Πάτρα (0,77 εκατ.). Τα υπόλοιπα 18+ τελωνεία μοιράζονταν το υπόλοιπο ~25% — μια πολύ συγκεντρωμένη γεωγραφία εισαγωγικού εμπορίου γύρω από δύο-τρία μεγάλα λιμάνια.
Σχετικά κείμενα στο docs.dxenos.art
Κοινωνία — δοκίμιο για την οικονομία και την εξάρτηση από το ξένο κεφάλαιο
